12/1/11

Στον Χριστόφορο...Κι ας μην σε γνώρισα ποτέ...Κι ας ξέρω πως εκτός από τον θάνατο σου τίποτα απ' αυτά δεν αληθεύει!!! :( 7/11/08

-->
«Κοίτα τ’ αστέρια, το φεγγάρι. Τ’ αστέρια μοιάζουν με όνειρα ανεκπλήρωτα κι είναι τόσα πολλά» Αυτές ήταν λέξεις του, ήταν λόγια του. Κι ύστερα χάθηκε στο σκοτάδι. Κλείστηκε στην άβυσσο αυτού του κόσμου. Έφυγε, κι αυτή είναι μόνη. Θυμάται τα λόγια του. Βλέπει τ’ αστέρια και είναι σαν να της λέει ακόμα μια φορά τα όνειρα του. Τα όνειρα που δεν είχε τον χρόνο να εκπληρώσει. Γιατί χάθηκε. Κι ήταν μόλις 16. Πρόλαβε μόνο να παίξει σαν παιδί. Και η ζωή του έφυγε. Η ζωή του χάθηκε. Ο Χριστόφορος όμως είναι ακόμα εδώ.
Πριν καιρό είχε ερωτευτεί τρελά.  Έκανε τα πάντα γι’ αυτήν. Μαζί της ζούσε την κάθε του στιγμή. Κοιμόταν στην αγκαλιά της κι έκανε όνειρα για τους δυο τους, για το μέλλον τους μαζί. Ταυτόχρονα όμως ζούσε το παρόν του χωρίς να χάνει στιγμή. Με φίλους και συγγενείς, στο σπίτι και στο σχολείο, παντού και πάντα! Της υποσχέθηκε πως μια μέρα θα φύγουν οι δυο τους για το άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, σε μέρη που δεν θα τους ξέρει κανείς, σε τόπους που δεν είδαν ποτέ τους. Δεν της είπε ποτέ όμως το πόσο πολύ την αγαπούσε. Ήταν σαν ένα κρυφό μυστικό που το κρατούσε για τον εαυτό του. Κι ήταν καιρό φυλαγμένο στην καρδιά του.
Εκείνη η Δευτέρα του Νιόβρη δεν ήταν σαν τις άλλες. Ο Χριστόφορος ήταν ανήσυχος κι όμως δεν το έδειχνε. Απλά το ένιωθε. Δεν είπε τίποτα σε κανένα. Την πήρε τηλέφωνο: «Σ’ αγαπώ να προσέχεις» κι αμέσως το ‘κλεισε.
Ξεκίνησε μια βόλτα με το μηχανάκι και τους φίλους του. Έκαναν αστεία και διασκέδαζαν, γελούσαν με την ψυχή τους- κι αυτούς τους αγαπούσε κι ας μην τους το είπε ποτέ. Κι άρχισε να νυχτώνει. Δύσκολα τον έβλεπες μες στο σκοτάδι. Ακόμα κι αν τα μάτια του άστραφταν σαν δυο μικρά διαμαντάκια στο σκοτάδι. Τα πιο πολύτιμα διαμάντια. Έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι κι ήταν τόσο πυκνό το σκοτάδι. Κι ο ήχος που ακουγόταν από μακριά χανόταν κι αυτός στο μουντό χρώμα της νύχτας. Και ξαφνικά ο ήχος ήρθε τόσο κοντά, και χάθηκαν όλα. Ήταν αυτοκίνητο, τον χτύπησε και χάθηκε. Πόνεσε αλλά μπόρεσε ν’ ανοίξει τα μάτια του. Είδε τους φίλους του, ήταν εκεί δίπλα του και φώναζαν
-Χριστόφορε;; Είσαι καλά;; Μίλα
-Σας αγαπώ κι αυτήν να την προσέχετε.
Κι έκλεισε τα μάτια του, ήταν ζωντανός όμως. Μπορούσε να ακούσει τα πάντα. Ήρθε το ασθενοφόρο και τον πήγε στο νοσοκομείο. Δεν μπορούσε να αντιδράσει. Να τους μιλήσει, να πει πως είναι εκεί ακούει και θέλει να ζήσει. Κλινικά νεκρός, είπαν οι γιατροί. Δεν μπορούσε να αντιδράσει, δεν μπορούσε αλλά το ήθελε τόσο πολύ. Οι γιατροί ήταν σίγουροι σχεδόν πως δεν θα τα καταφέρει. Και οι μέρες περνούσαν. Αλλά ακόμα δεν μπορούσε να τους μιλήσει. Ήταν απλά εκεί. Μια ψυχή σε ένα σώμα, ένα σώμα που δεν είχε πια καθόλου δύναμη, ένα σώμα κλινικά νεκρό. Μα η ψυχή του ζει είναι πιο ζωντανή από ποτέ, πιο ζωντανή από οτιδήποτε δικό του. Και θέλει τόσο να γίνει το σώμα του όπως ήταν πριν. Να μπορέσει να τρέξει, να ψάξει να την βρει, να είναι στην αγκαλιά της να την νιώθει κοντά του και να νιώθει κι αυτός ζωντανός.
Τελικά οι γιατροί είπαν στους γονείς του να αποφασίσουν αν θέλουν να δωρίσουν τα όργανα του γιού τους και να σώσουν ζωές άλλων ανθρώπων που έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν. Η μητέρα του δεν δέχεται, αρνείται να κόψουν το νόημα της ζωής του παιδιού της. Είναι οδυνηρό γι’ αυτήν να χάσει το παιδί που έβγαλε με τόσο πόνο από τα σπλάχνα της. Και τώρα αυτός ο πόνος είναι πιο μεγάλος από κάθε άλλο πόνο. Δεν θέλει να δώσει τίποτα από το παιδί της. Τίποτα. Θέλει να είναι εκεί, να τον βλέπει ακόμα κι έτσι κι ας  μην έχει καμιά επαφή με το περιβάλλον.
Έξω από την εντατική όλοι οι φίλοι του, με μάτια δακρυσμένα , περιμένουν να αλλάξει κάτι, να αντιδράσει να τους μιλήσει, να γίνει καλά. Κι αυτή εκεί να κλαίει ασταμάτητα, τα δάκρυα ποτάμι να κυλούν απ’ τα μάτια της. Δεν το πιστεύει, κι ακούει ακόμα τις τελευταίες λέξεις που της είπε «Σ’ αγαπώ να προσέχεις». Αντηχούν τα λόγια του συνέχεια στο μυαλό της.
Οι γονείς του αποφάσισαν να δώσουν τα όργανα του. Έχασαν πια τις ελπίδες τους. Δεν πιστεύουν πως θα ζήσει. Ήρθε η ώρα να του βγάλουν τα μηχανήματα. Ο Χριστόφορος ακούει, ξέρει πως αυτές είναι οι τελευταίες του στιγμές, κανένας όμως δεν καταλαβαίνει τι νιώθει αυτός, τι θέλει να γίνει με την ζωή του. Δεν μπορούν να τον καταλάβουν. Κι ο χρόνος σταμάτησε σ’ εκείνη τη στιγμή. Η ζωή του σταμάτησε, τέλειωσε,  ο Χριστόφορος χάθηκε. Έφυγε. Και τώρα ο πόνος είναι αβάσταχτος, γονείς και φίλοι πονούν. Δεν θέλουν να φύγει. Θέλουν να μείνει κοντά τους, να γελάσουν, να διασκεδάσουν να κάνουν όσα δεν πρόλαβαν.
Ο Χριστόφορος έφυγε μα τα δυο του μάτια είναι ακόμα εδώ σε κάποιο άλλο σωμα, βοήθησαν κάποιον άλλο να δει. Αυτά τα δυο μάτια που δεν θέλει να δει ποτέ ξανά, αυτά τα μάτια που έλεγαν αλήθειες. Κι όμως είναι ακόμα εδώ, το ξέρει, το νοιώθει, είναι δίπλα της κάθε στιγμή. Κι ακούει ξανά τα λόγια του «Σ’ αγαπώ να προσέχεις»
Κι έμειναν τα όνειρα ανεκπλήρωτα…. όσο υπάρχουν αστέρια θα υπάρχουν όνειρα κι όσο λάμπουν τ’ αστέρια κάποια θα μένουν ανεκπλήρωτα!!!!!!!